Θα μπορούσες να μας μιλήσεις για τις απαρχές του South Lebanon Occupation and Liberation Museum (SOL Museum); Τι σε ώθησε αρχικά να συλλέξεις και να διαφυλάξεις τη μνήμη του Νότου;

 

Κατάγομαι από τον Νότιο Λίβανο και έχω ζήσει εκεί όλη μου τη ζωή. Το χωριό μου βρισκόταν ακριβώς πάνω στη γραμμή μεταξύ της κατεχόμενης περιοχής του Νότιου Λιβάνου και των απελευθερωμένων εδαφών. Ως παιδί, έζησα όλες τις κατοχές, από τη σφαγή της Κανά και τον πόλεμο του 1993, μέχρι τον πόλεμο του 1996 και, τελικά, την απελευθέρωση το 2000. Έτσι, κατά κάποιον τρόπο, όλες αυτές οι αναμνήσεις με οδήγησαν στο να επιλέξω τον κινηματογράφο και, αργότερα, μου δημιούργησαν την περιέργεια να μάθω περισσότερα για την ιστορία μου και να καταγράψω όλες τις ιστορίες που έζησα εγώ και που έζησαν οι άνθρωποί μου στον Νότο.

 

Καθώς μεγάλωνα, ένιωθα όλο και μεγαλύτερη ευθύνη να καταγράψω περισσότερα και να διαφυλάξω τις ιστορίες και την ιστορική μνήμη που θα μας βοηθήσουν να δημιουργήσουμε τη δική μας αφήγηση, μακριά από όσα η κατοχή προσπαθούσε και εξακολουθεί να προσπαθεί να διαδώσει.

 

Καθώς αυτή η αίσθηση ευθύνης μεγάλωνε, τα πράγματα άρχισαν να εξελίσσονται και το αρχείο μεγάλωσε. Γι’ αυτό αποφάσισα ότι όλα αυτά τα υλικά και τα αρχεία έπρεπε να βρίσκονται σε έναν συγκεκριμένο τόπο ή χώρο. Και αυτό ήταν που έδωσε ζωή στο SOL Museum.

 

Στη συνέντευξή σου με τη Dana Hourany για τοPublic Source (σε επιμέλεια των Christina Cavalcanti και Tracy J. Jawad), μίλησες για την επιθυμία σου όχι απλώς να διαφυλάξεις αρχειακά υλικά, αλλά να τα ξαναφέρεις στη ζωή. Τι σημαίνει στην πράξη να δίνεις ζωή σε ένα αρχείο, αντί απλώς να το διατηρείς;

 

Για μένα, η πρόκληση δε αφορά τη συλλογή αυτών των υλικών, την τοποθέτησή τους σε κουτιά και στην αποθήκευσή τους. Για μένα, αποτελεί καθήκον μας να τα ξαναφέρουμε στη ζωή. Να δώσουμε σε κάθε έγγραφο ή αρχειακό τεκμήριο μια ιστορία. Να το συνδέσουμε με τη μνήμη ή την ιστορία κάποιου. Αυτό προσπαθώ να κάνω. Είτε μετατρέποντας αυτά τα υλικά σε reels και δημοσιεύοντάς τα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είτε καταγράφοντας προφορικές ιστορίες ανθρώπων που μπορούν να συνδεθούν με αυτά τα τεκμήρια και και κάνοντάς τες προσβάσιμες στο κοινό. Όπως έκανα και στις προηγούμενες εκθέσεις μου:

 

  1. Ιστορίες από τον Νότο (Stories from the South)(2024)
  2. Κλειδιά χωρίς σπίτια (Keys Without Homes)(2025)
  3. Η τσάντα της Najia (Najias Bag)(2025)
  4. Μετά το δείπνο (After Supper)(2026)

 

Πιστεύω ότι αυτή η διαδικασία μας βοηθά να έρθουμε σε επαφή με τις νεότερες γενιές. Παρουσιάζει επίσης το αρχείο ως κάτι που κουβαλά συναισθήματα, και όχι απλώς ως χαρτιά και υλικά τεκμήρια.

 

Στην έκθεση Ιστορίες από τον Νότο (Stories from the South), κάθε ιστορία ξεκινά από ένα αρχειακό τεκμήριο. Τι σε οδήγησε να υιοθετήσεις αυτή την προσέγγιση και τι μπορούν να αποκαλύψουν τα αρχειακά τεκμήρια που ενδέχεται να παραβλέπουν οι παραδοσιακές ιστορικές αφηγήσεις;

 

Και πάλι, η ιδέα ήταν να επιλέγω από το αρχείο αντικείμενα που έχουν κάποιο νόημα ή κάποια σχέση με εμένα. Για παράδειγμα, ένα αντικείμενο που σχετίζεται με τον Ahmad Mokaled,[1] το παιδί που σκοτώθηκε σε ηλικία έξι ετών από βόμβα διασποράς το 1999, σημαίνει πολλά για μένα, επειδή πήγαινα στο ίδιο σχολείο με τον Ahmad.

 

Στη συνέχεια, το δεύτερο βήμα είναι να βρω το κατάλληλο άτομο για να πάρω συνέντευξη, γνωρίζοντας ότι το συγκεκριμένο αντικείμενο είτε συνδέεται άμεσα με το άτομο αυτό είτε θα πυροδοτήσει κάτι στη μνήμη του.

 

Και, τέλος, η καταγραφή, η οποία από μόνη της είναι μια δύσκολη διαδικασία: να επαναφέρεις στη μνήμη γεγονότα που συνέβησαν πριν από 30 ή 40 χρόνια, να τα αναλύσεις και να τα διαφυλάξεις.

 

Η έκθεσή σουHkeeli Ya Janoub (Tell Me, South – Μιλησέ μου, Νότε) στο Beit Beirut δημιουργεί έναν χώρο όπου οι άνθρωποι, οι μνήμες, τα οικογενειακά αρχεία και τα ίχνη της καθημερινής ζωής γίνονται οι αφηγητές. Ήταν αυτή μια συνειδητή καλλιτεχνική επιλογή; Και τι σημαίνει, πολιτικά και ηθικά, να δημιουργείς ένα αρχείο που συνομιλεί με τον Νότο, αντί να μιλά για αυτόν;

 

Η έκθεση Hkeeli Ya Janoub ήταν μια φυσική αντίδραση στην καταστροφή και τις δολοφονίες στον Νότιο Λίβανο. Είναι μια αντίδραση στον αφανισμό των χωριών, των μνημών και των αρχείων. Αρχικά, προσπαθήσαμε να μιλήσουμε για τον Νότιο Λίβανο και να μοιραστούμε τις ιστορίες των ανθρώπων του Νότου. Δώσαμε χώρο σε αρχειοθέτες και καλλιτέχνες να παρουσιάσουν το έργο τους και δημιουργήσαμε έναν χώρο όπου οι άνθρωποι, τόσο από τον Νότο όσο και από ολόκληρο τον Λίβανο, μπορούσαν να έρθουν σε επαφή με αυτές τις ιστορίες.

 

Δεν είναι μουσείο τέχνης ούτε ένα κλασικό μουσείο ιστορίας· είναι ένα μουσείο συναισθημάτων και ιστοριών. Ιστορίες των ανθρώπων, για τους ίδιους τους ανθρώπους. Αυτό έδωσε στους ανθρώπους την ευκαιρία να ακούσουν, να μιλήσουν, να γράψουν και να εκφραστούν.

 

Στην έκθεση After Supper (Μετά το Δείπνο), φέρνεις στο προσκήνιο τις φωνές γυναικών των οποίων οι εμπειρίες από την κατοχή, τον εκτοπισμό και την απώλεια του σπιτιού συχνά περιθωριοποιούνται στις κυρίαρχες αφηγήσεις για τον πόλεμο. Γιατί ήταν σημαντικό για σένα να τοποθετήσεις αυτές τις μαρτυρίες στο επίκεντρο του έργου;

 

Το After Supper ήταν επίσης μια αντίδραση στον εκτοπισμό. Ήταν μια αντίδραση απέναντι στον πόνο των ανθρώπων, και ιδιαίτερα των γυναικών, κατά τη διάρκεια του εκτοπισμού, αλλά και στη δύναμη αυτών των γυναικών, καθώς και στην ελπίδα και την αγάπη που τρέφουν για τη γη και τα σπίτια τους.

 

Ήταν μια δύσκολη διαδικασία να καταγράψω τις μαρτυρίες αυτών των γυναικών ενώ ο πόλεμος βρισκόταν σε εξέλιξη. Κατέγραφαν τις ιστορίες τους ενώ ήταν εκτοπισμένες, ενώ τα χωριά τους αφανίζονταν. Αυτό ήταν μια προσωπική πρόκληση για μένα, γιατί μοιραζόμουν την ίδια μοίρα με αυτές τις γυναίκες, αλλά και γιατί εκείνες έπρεπε να βρουν τη δύναμη να εκφραστούν, κουβαλώντας όλο αυτό το βάρος στους ώμους τους.

 

Αλλά και πάλι, σε καιρό πολέμου και απέναντι σε μια κατοχή που προσπαθεί να διαγράψει την ιστορία και τις μνήμες σου, αυτό μετατρέπεται σε μια μορφή αντίστασης. Και η τεκμηρίωση αποκτά μια ακόμη μεγαλύτερη ευθύνη.

 

Μεγάλο μέρος της δουλειάς σου αφορά το τι σημαίνει η διατήρηση της αρχειακής μνήμης στο πλαίσιο της κατοχής και του επαναλαμβανόμενου εκτοπισμού. Πώς διαμορφώνει η εργασία υπό αυτές τις συνθήκες την κατανόησή μας για το τι είναι ένα αρχείο και για τον ρόλο που καλείται να επιτελέσει;

 

Όταν δουλεύεις με αρχεία σχετικά με τη σιωνιστική κατοχή, δεν μπορείς να εργαστείς χωρίς να κατανοήσεις τον τρόπο με τον οποίο η ίδια η κατοχή αντιμετώπισε την παλαιστινιακή αφήγηση και τα αρχεία. Και πρέπει να κατανοούμε ότι εμείς, όπως και οι άνθρωποι από χώρες που αποικιοποιήθηκαν και στη συνέχεια κατελήφθησαν, έχουμε καθήκον να ανακτήσουμε τα αρχεία και την αφήγησή μας.

 

Γι’ αυτό το αντιμετωπίζω ως προσωπική ευθύνη, σαν η διάσωση αυτών των αρχείων και των ιστοριών να είναι η τελευταία μορφή αντίστασης που μπορώ προσωπικά να φέρω εις πέρας.

 

Εμείς, οι άνθρωποι του Νότιου Λιβάνου, δεν αγαπάμε τον πόλεμο. Μας επιβλήθηκε. Και αν μπορούσα να δημιουργώ ένα αρχείο για την κουζίνα του Νότου αντί για τον πόλεμο, θα ήμουν χαρούμενος. Όμως έχουμε έναν εχθρό που δεν σταματά ποτέ την προσπάθειά του να μας διαγράψει, και γι’ αυτό αυτή η μορφή τεκμηρίωσης καθίσταται προτεραιότητα.

 

Στη συνέντευξή σου με τη Dana Hourany για το Public Source (σε επιμέλεια της Christina Cavalcanti και της Tracy J. Jawad), είπες ότι η διατήρηση των αρχείων στο χωριό αποτελεί πράξη ανθεκτικότητας, ενώ η διάσωσή τους αποτελεί πράξη αντίστασης. Θα μπορούσες να μας πεις περισσότερα γι’ αυτό; Ποιες μορφές αντίστασης καθιστά δυνατές η ενασχόληση με τα αρχεία;

 

Η κατοχή αφάνισε χωριά και κατέστρεψε ιστορικά κτίρια, κάστρα, τζαμιά και εκκλησίες. Έκαψε βιβλιοθήκες και δημόσιες βιβλιοθήκες, σε μια προσπάθεια να καταστρέψει οτιδήποτε θα μπορούσε να διαμορφώσει μια αφήγηση.

 

Και ναι, ο φυσικός τόπος για αυτά τα αρχεία είναι ο Νότιος Λίβανος, στη δική τους γη, ανάμεσα στους δικούς τους ανθρώπους και στους ανθρώπους στους οποίους αυτά ανήκουν. Αυτό αποτελεί μια μορφή ανθεκτικότητας.

 

Όμως, το να τα διασώζεις με οποιονδήποτε δυνατό τρόπο -είτε μεταφέροντας προσωρινά τα αρχεία, είτε ψηφιοποιώντας τα, είτε κοινοποιώντας τα, είτε καταγράφοντας τις ιστορίες που συνδέονται με αυτά- είναι ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο αντιστέκεσαι σε αυτή την πολιτισμική καταστροφή. Είναι ο τρόπος με τον οποίο διασώζεις ό,τι έχει απομείνει.

 

Η αντίσταση μέσω των αρχείων αποτελεί τη βάση για τη δημιουργία μιας αφήγησης. Είναι αυτό που οι περιθωριοποιημένες ομάδες και οι καταπιεσμένοι άνθρωποι χρησιμοποιούν ως όπλο.

 

Όπως αναφέρεις στη συνέντευξή σου στο Public Source, το Nidaa alMuqawama (Το Κάλεσμα της Αντίστασης) ήταν ένα παράνομο έντυπο που εξέδιδε το Κομμουνιστικό Κόμμα Λιβάνου κατά τη διάρκεια της ισραηλινής κατοχής. Γραφόταν, τυπωνόταν και διανεμόταν σε μικρό αριθμό αντιτύπων σε μαχητές στην Τύρο και στον Νότο. Τι μπορούν να μας αποκαλύψουν περιοδικά και έντυπα όπως αυτό, όχι μόνο για τις πολιτικές οργανώσεις, αλλά και για τις καθημερινές πρακτικές της αντίστασης, τις μεθόδους επικοινωνίας και τις στρατηγικές επιβίωσης;

 

Το Κάλεσμα της Αντίστασης (Nidaa al-Muqawama) ήταν ένα περιοδικό που δημιουργήθηκε υπό την κατοχή. Η διαδικασία δημιουργίας και διανομής του αφηγείται την ιστορία της αντίστασης σε μια πόλη που βρίσκεται σε πόλεμο. Δείχνει πώς, με ελάχιστα μέσα, δημιουργήθηκε ένα παράνομο περιοδικό για τα μέλη της αντίστασης, πώς διατηρήθηκε η μυστικότητά του, τι περιεχόμενο είχε και πώς διαμόρφωσε την αντίληψη ότι ένας μαχητής της αντίστασης πρέπει να είναι μορφωμένος, πέρα από το να αγωνίζεται για την ελευθερία.

 

Οι εκθέσεις σου περιλαμβάνουν γράμματα που αντάλλασσαν οι κρατούμενοι στη φυλακή Khiam με τα μέλη των οικογενειών τους. Θα μπορούσες να μας πεις περισσότερα γι’ αυτά τα γράμματα;

 

Στο αρχείο έχουμε αρκετά τεκμήρια που σχετίζονται τόσο με τη φυλακή Ανσάρ όσο και με τη φυλακή του Khiam.

 

Η σημασία αυτών των τεκμηρίων έγκειται στο γεγονός ότι, τους τελευταίους μήνες, οι δυνάμεις κατοχής εξαφάνισαν και κατέστρεψαν τη φυλακή Khiam, η οποία αποτελούσε ένα μνημείο συνδεδεμένο με τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στον Νότιο Λίβανο. Η φυλακή Khiam ήταν ένας τόπος όπου οι άνθρωποι του Νοτίου Λιβάνου υπέφεραν πολύ.

 

Το να έχουμε τεκμήρια που αποδεικνύουν όσα συνέβησαν και τα οποία κρατούν αυτές τις ιστορίες ζωντανές, μετά την καταστροφή του ίδιου του κτιρίου, μας δίνει ακόμη μεγαλύτερη ευθύνη και μια ισχυρή ώθηση να συνεχίσουμε αυτό που κάνουμε.

 

Το εγχείρημα του SOL Museum βρίσκεται ακόμη στα πρώτα του στάδια. Πώς οραματίζεσαι το μέλλον του εγχειρήματος; Σε ποιες ιστορίες, κοινότητες ή μορφές μνήμης θα ήθελες να δώσει περισσότερο χώρο τα επόμενα χρόνια;

 

Ελπίζω σύντομα το SOL να γίνει ένα διαδικτυακό μουσείο. Και στο μέλλον, ιδανικά, θα ήθελα να γίνει ένα μουσείο με φυσική παρουσία στον Νότιο Λίβανο. Το βλέπω ως έναν χώρο όπου οι άνθρωποι θα μπορούν να καταγράφουν τις ιστορίες τους, όχι μόνο εκείνες που σχετίζονται με την κατοχή.

 

Το οραματιζόμαστε ως ένα κέντρο τεκμηρίωσης και έρευνας για φοιτητές, ερευνητές και δημοσιογράφους, αλλά ταυτόχρονα και ως ένα μουσείο συναισθημάτων. Ένα μουσείο που αντανακλά όλα τα συναισθήματα που μπορεί να βιώνει ένας άνθρωπος από τον Νότιο Λίβανο.

 

Και ταυτόχρονα, ως ένα μουσείο σθένους και πολιτικής αντίστασης.

 

 

[1] Ο Ahmad Raed Mokaled, ένα εξάχρονο αγόρι από τον Νότιο Λίβανο, σκοτώθηκε το 1999 από ένα «παγιδευμένο παιχνίδι» (لعبة مفخخة). Πρόκειται για παιχνίδια και άλλα αντικείμενα παγιδευμένα με εκρηκτικά, τα οποία άφηνε ο ισραηλινός στρατός κατοχής σε χωριά του Νοτίου Λιβάνου, θέτοντας ιδιαίτερα τα παιδιά σε κίνδυνο.

 

 

«Η αντίσταση είναι ο δρόμος του Νότου» (المقاومة طريق الجنوب), έκδοση του Mohsen Ibrahim και της Οργάνωσης Κομμουνιστικής Δράσης στον Λίβανο. (Φωτογραφία: ευγενική παραχώρηση του Adeeb Farhat.)

 

 

Ο Adeeb Farhat σε υπαίθρια αγορά, ανάμεσα σε αρχειακό υλικό.  (Φωτογραφία: Wissam Andraous.)

 

 

 

Ένα παιδικό παιχνίδι στην έκθεση Stories from the South στη Βηρυτό, ως υπενθύμιση των παιδιών που έχασαν τη ζωή τους από εκρηκτικούς μηχανισμούς κρυμμένους σε παιχνίδια και καθημερινά αντικείμενα κατά τη διάρκεια της ισραηλινής κατοχής. 16 Σεπτεμβρίου 2024. (Φωτογραφία: ευγενική παραχώρηση του Adeeb Farhat.) 

 

Ισραηλινή στρατιωτική στολή και πιστοποιητικό υπηρεσίας με ημερομηνία 8 Ιουλίου 1983, από τα πρώτα χρόνια της ισραηλινής κατοχής του Νοτίου Λιβάνου, στην έκθεση Stories from the South στη Βηρυτό του Λιβάνου. 16 Σεπτεμβρίου 2024. (Φωτογραφία: ευγενική παραχώρηση του Adeeb Farhat.) 

 

 

 

Εξώφυλλο του περιοδικού «Al-Hawadeth», 16 Ιανουαρίου 1970. Από το αρχείο του South Lebanon Occupation and Liberation Museum.

 

 

Ο Adeeb Farhat είναι ερευνητής και αφηγητής, με μια ιδιαίτερη προσέγγιση στην αρχειοθέτηση, η οποία συνδυάζει την προφορική ιστορία με το αρχείο. Μεγάλο μέρος του έργου του είναι αφιερωμένο στον Νότιο Λίβανο, με έμφαση σε ζητήματα του ανήκειν, της αντίστασης, της κατοχής και του εκτοπισμού.

Μέσα από τη συλλογή προσωπικών μαρτυριών, αρχειακών τεκμηρίων και αντικειμένων της καθημερινής ζωής, αναπτύσσει έργα που διασώζουν ατομικές εμπειρίες, ενώ παράλληλα προσκαλούν το κοινό σε έναν ουσιαστικό αναστοχασμό. Η πρακτική του επικεντρώνεται στη μετατροπή του αρχειακού υλικού σε βιωματικές και αισθητηριακές εμπειρίες, συνδυάζοντας την αφήγηση, τον ήχο, τις εικόνες και τα αντικείμενα, ώστε να δημιουργεί οικείες και άμεσες συναντήσεις με τη βιωμένη πραγματικότητα των κοινοτήτων του Νότου.